Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαθμολογητής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που βαθμολογεί, που βάζει βαθμό σε κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
    • Σε περίπτωση που μεταξύ των δυο συνολικών βαθμολογιών υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη από το 10% της μέγιστης δυνατής βαθμολογίας του μαθήματος, τότε το γραπτό δοκίμιο αναβαθμολογείται με την ακόλουθη διαδικασία: (α) Καλύπτονται οι βαθμολογίες των δύο βαθμολογητών και ο αναβαθμολογητής βαθμολογεί το γραπτό χωρίς να τις γνωρίζει. (Ο περί Διεξαγωγής των Παγκύπριων Εξετάσεων Νόμος του 2006 (22(I)/2006), cylaw.org, 2006 https://www.cylaw.org/nomoi/enop/ind/2006_1_22/section-sc9773a810-d52e-5c09-19b9-6c316257bb6d.html)

Ετυμολογία

βαθμολογητής < βαθμολογώ + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαθμολογητήςβαθμολογητές
Γενικήβαθμολογητήβαθμολογητών
Αιτιατικήβαθμολογητήβαθμολογητές
Κλητικήβαθμολογητήβαθμολογητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →