βαθμολογικός
•
- σχετικός με τη βαθμολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαθμολογικός < βαθμολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαθμολογικός | βαθμολογική | βαθμολογικό |
| Γενική | βαθμολογικού | βαθμολογικής | βαθμολογικού |
| Αιτιατική | βαθμολογικό | βαθμολογική | βαθμολογικό |
| Κλητική | βαθμολογικέ | βαθμολογική | βαθμολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαθμολογικοί | βαθμολογικές | βαθμολογικά |
| Γενική | βαθμολογικών | βαθμολογικών | βαθμολογικών |
| Αιτιατική | βαθμολογικούς | βαθμολογικές | βαθμολογικά |
| Κλητική | βαθμολογικοί | βαθμολογικές | βαθμολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →