βαθμομετρούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος βαθμομετρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαθμομετρούμαι | βαθμομετρείσαι | βαθμομετρείται | βαθμομετρούμαστε | βαθμομετρείστε | βαθμομετρούνται |
| Παρατατικός | βαθμομετρούμουν | βαθμομετρούσουν | βαθμομετρούνταν | βαθμομετρούμασταν / βαθμομετρούμαστε | βαθμομετρούσασταν / βαθμομετρούσαστε | βαθμομετρούνταν |
| Αόριστος | βαθμομετρήθηκα | βαθμομετρήθηκες | βαθμομετρήθηκε | βαθμομετρηθήκαμε | βαθμομετρηθήκατε | βαθμομετρήθηκαν / βαθμομετρηθήκαν / βαθμομετρηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα βαθμομετρηθώ / θα βαθμομετρούμαι | θα βαθμομετρείσαι / θα βαθμομετρηθείς | θα βαθμομετρείται / θα βαθμομετρηθεί | θα βαθμομετρηθούμε / θα βαθμομετρούμαστε | θα βαθμομετρείστε / θα βαθμομετρηθείτε | θα βαθμομετρηθούν / θα βαθμομετρηθούνε / θα βαθμομετρούνται |
| Παρακείμενος | έχω βαθμομετρηθεί | έχεις βαθμομετρηθεί | έχει βαθμομετρηθεί | έχουμε βαθμομετρηθεί | έχετε βαθμομετρηθεί | έχουν βαθμομετρηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαθμομετρηθεί | είχες βαθμομετρηθεί | είχε βαθμομετρηθεί | είχαμε βαθμομετρηθεί | είχατε βαθμομετρηθεί | είχαν βαθμομετρηθεί |
| Υποτακτική | να έχω βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρηθώ / να βαθμομετρούμαι | να έχεις βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρείσαι / να βαθμομετρηθείς | να έχει βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρείται / να βαθμομετρηθεί | να έχουμε βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρηθούμε / να βαθμομετρούμαστε | να έχετε βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρείστε / να βαθμομετρηθείτε | να έχουν βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρηθούν / να βαθμομετρηθούνε / να βαθμομετρούνται |
| Προστακτική | — | βαθμομετρήσου | — | — | βαθμομετρείστε / βαθμομετρηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →