Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαθμομετρούμαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος βαθμομετρώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβαθμομετρούμαιβαθμομετρείσαιβαθμομετρείταιβαθμομετρούμαστεβαθμομετρείστεβαθμομετρούνται
Παρατατικόςβαθμομετρούμουνβαθμομετρούσουνβαθμομετρούντανβαθμομετρούμασταν / βαθμομετρούμαστεβαθμομετρούσασταν / βαθμομετρούσαστεβαθμομετρούνταν
Αόριστοςβαθμομετρήθηκαβαθμομετρήθηκεςβαθμομετρήθηκεβαθμομετρηθήκαμεβαθμομετρηθήκατεβαθμομετρήθηκαν / βαθμομετρηθήκαν / βαθμομετρηθήκανε
Μέλλονταςθα βαθμομετρηθώ / θα βαθμομετρούμαιθα βαθμομετρείσαι / θα βαθμομετρηθείςθα βαθμομετρείται / θα βαθμομετρηθείθα βαθμομετρηθούμε / θα βαθμομετρούμαστεθα βαθμομετρείστε / θα βαθμομετρηθείτεθα βαθμομετρηθούν / θα βαθμομετρηθούνε / θα βαθμομετρούνται
Παρακείμενοςέχω βαθμομετρηθείέχεις βαθμομετρηθείέχει βαθμομετρηθείέχουμε βαθμομετρηθείέχετε βαθμομετρηθείέχουν βαθμομετρηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα βαθμομετρηθείείχες βαθμομετρηθείείχε βαθμομετρηθείείχαμε βαθμομετρηθείείχατε βαθμομετρηθείείχαν βαθμομετρηθεί
Υποτακτικήνα έχω βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρηθώ / να βαθμομετρούμαινα έχεις βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρείσαι / να βαθμομετρηθείςνα έχει βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρείται / να βαθμομετρηθείνα έχουμε βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρηθούμε / να βαθμομετρούμαστενα έχετε βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρείστε / να βαθμομετρηθείτενα έχουν βαθμομετρηθεί / να βαθμομετρηθούν / να βαθμομετρηθούνε / να βαθμομετρούνται
Προστακτική—βαθμομετρήσου——βαθμομετρείστε / βαθμομετρηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →