βαθμός αξιοπιστίας
•
- στατιστική: μέτρο επαλήθευσης έρευνας, δημοσιεύματος κ.λπ. Βικιλεξικό
- μηχανολογία: μέτρο ελέγχου ανταπόκρισης ενός προϊόντος π.χ. εργαλείου, μηχανής κ.λπ. του σκοπού του Βικιλεξικό
- κατασκοπεία: μέτρο ελέγχου διασταύρωσης μιας πληροφορίας από ανώτερα κλιμάκια συλλογής πληροφοριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαθμός αξιοπιστίας < → δείτε τις λέξεις βαθμός και αξιοπιστία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →