Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαθομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη βαθομέτρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαθομετρικός < βαθομέτρηση + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαθομετρικόςβαθομετρικήβαθομετρικό
Γενικήβαθομετρικούβαθομετρικήςβαθομετρικού
Αιτιατικήβαθομετρικόβαθομετρικήβαθομετρικό
Κλητικήβαθομετρικέβαθομετρικήβαθομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαθομετρικοίβαθομετρικέςβαθομετρικά
Γενικήβαθομετρικώνβαθομετρικώνβαθομετρικών
Αιτιατικήβαθομετρικούςβαθομετρικέςβαθομετρικά
Κλητικήβαθομετρικοίβαθομετρικέςβαθομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →