βαθουλώνω
•
- δημιουργώ ένα βαθούλωμα σε μια επιφάνεια, κάνω κάτι κοίλο, δημιουργώ μια κοιλότητα Βικιλεξικό
- με μεσοπαθητική σημασίαγίνομαι κοίλος Βικιλεξικό
- βαθούλωσαν τα μάτια της από τον πολυήμερο πυρετό
Ετυμολογία
βαθουλώνω < βαθουλός + -ώνω < μεσαιωνική ελληνική βαθουλός < αρχαία ελληνική βαθύς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαθουλώνω | βαθουλώνεις | βαθουλώνει | βαθουλώνουμε | βαθουλώνετε | βαθουλώνουν / βαθουλώνουνε |
| Παρατατικός | βαθούλωνα | βαθούλωνες | βαθούλωνε | βαθουλώναμε | βαθουλώνατε | βαθουλώναν / βαθουλώνανε / βαθούλωναν |
| Αόριστος | βαθούλωσα | βαθούλωσες | βαθούλωσε | βαθουλώσαμε | βαθουλώσατε | βαθουλώσαν / βαθουλώσανε / βαθούλωσαν |
| Μέλλοντας | θα βαθουλώνω / θα βαθουλώσω | θα βαθουλώνεις / θα βαθουλώσεις | θα βαθουλώνει / θα βαθουλώσει | θα βαθουλώνουμε / θα βαθουλώσουμε | θα βαθουλώνετε / θα βαθουλώσετε | θα βαθουλώνουν / θα βαθουλώνουνε / θα βαθουλώσουν / θα βαθουλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαθουλώσει | έχεις βαθουλώσει | έχει βαθουλώσει | έχουμε βαθουλώσει | έχετε βαθουλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαθουλώσει | είχες βαθουλώσει | είχε βαθουλώσει | είχαμε βαθουλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαθουλώσει / να βαθουλώνω / να βαθουλώσω | να έχεις βαθουλώσει / να βαθουλώνεις / να βαθουλώσεις | να έχει βαθουλώσει / να βαθουλώνει / να βαθουλώσει | να έχουμε βαθουλώσει / να βαθουλώνουμε / να βαθουλώσουμε | να έχετε βαθουλώσει / να βαθουλώνετε / να βαθουλώσετε | να βαθουλώνουν / να βαθουλώνουνε / να βαθουλώσουν / να βαθουλώσουνε |
| Προστακτική | — | βαθούλωνε / βαθούλωσε | — | — | βαθουλώνετε / βαθουλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →