βαθυκάστανος
•
- σπάνιοπου έχει ένα βαθύ / έντονο καστανό χρώμα Βικιλεξικό
- Στο κάτω δεξιό άκρο της εικόνας διαβάζουμε: “Χεὶρ Ἰωάννου τοῦ ἱερέως …Σ…”, με φθαρμένα ερυθρά γράμματα πάνω σε βαθυκάστανο βάθος. (Εύη Σαμπανίκου, «Φορητές εικόνες του 17^(ου) αιώνα του “Ἱερέα Ἰωάννη ἐκ χώρας Σταγῶν” στα Μετέωρα», Τρικαλινά, 20 (2000) 342)
Ετυμολογία
βαθυκάστανος < βαθυ- + καστανός + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαθυκάστανος | βαθυκάστανη | βαθυκάστανο |
| Γενική | βαθυκάστανου | βαθυκάστανης | βαθυκάστανου |
| Αιτιατική | βαθυκάστανο | βαθυκάστανη | βαθυκάστανο |
| Κλητική | βαθυκάστανε | βαθυκάστανη | βαθυκάστανο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαθυκάστανοι | βαθυκάστανες | βαθυκάστανα |
| Γενική | βαθυκάστανων | βαθυκάστανων | βαθυκάστανων |
| Αιτιατική | βαθυκάστανους | βαθυκάστανες | βαθυκάστανα |
| Κλητική | βαθυκάστανοι | βαθυκάστανες | βαθυκάστανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →