βαθυμετρικός
•
- που έχει σχέση με τη βαθυμετρία ή το βαθύμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαθυμετρικός < βαθυμετρία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαθυμετρικός | βαθυμετρική | βαθυμετρικό |
| Γενική | βαθυμετρικού | βαθυμετρικής | βαθυμετρικού |
| Αιτιατική | βαθυμετρικό | βαθυμετρική | βαθυμετρικό |
| Κλητική | βαθυμετρικέ | βαθυμετρική | βαθυμετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαθυμετρικοί | βαθυμετρικές | βαθυμετρικά |
| Γενική | βαθυμετρικών | βαθυμετρικών | βαθυμετρικών |
| Αιτιατική | βαθυμετρικούς | βαθυμετρικές | βαθυμετρικά |
| Κλητική | βαθυμετρικοί | βαθυμετρικές | βαθυμετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →