Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαθυπελαγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ζει στα βάθη της θάλασσας, του πελάγους, η σχετίζεται με αυτά Βικιλεξικό
  2. θαλάσσια διαστρωμάτωσηχαρακτηρισμός θαλάσσιας ζώνης λόγω του βάθους της. Η βαθυπελαγική ζώνη θεωρείται η ζώνη σε βάθη μεγαλύτερα από 1.000 και μέχρι τα 4.000 μέτρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαθυπελαγικός < βαθυ- + πελαγικός, ενδεχομένως (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική bathypelagic • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαθυπελαγικόςβαθυπελαγικήβαθυπελαγικό
Γενικήβαθυπελαγικούβαθυπελαγικήςβαθυπελαγικού
Αιτιατικήβαθυπελαγικόβαθυπελαγικήβαθυπελαγικό
Κλητικήβαθυπελαγικέβαθυπελαγικήβαθυπελαγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαθυπελαγικοίβαθυπελαγικέςβαθυπελαγικά
Γενικήβαθυπελαγικώνβαθυπελαγικώνβαθυπελαγικών
Αιτιατικήβαθυπελαγικούςβαθυπελαγικέςβαθυπελαγικά
Κλητικήβαθυπελαγικοίβαθυπελαγικέςβαθυπελαγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →