Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαθύγνωμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει τη συνήθεια να σκέφτεται πολύ και με λεπτομέρειες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαθύγνωμος < ελληνιστική κοινή βαθυγνώμων. Συγχρονικά αναλύεται σε βαθύ- + γνώμ(η) + -ων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαθύγνωμοςβαθύγνωμηβαθύγνωμο
Γενικήβαθύγνωμουβαθύγνωμηςβαθύγνωμου
Αιτιατικήβαθύγνωμοβαθύγνωμηβαθύγνωμο
Κλητικήβαθύγνωμεβαθύγνωμηβαθύγνωμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαθύγνωμοιβαθύγνωμεςβαθύγνωμα
Γενικήβαθύγνωμωνβαθύγνωμωνβαθύγνωμων
Αιτιατικήβαθύγνωμουςβαθύγνωμεςβαθύγνωμα
Κλητικήβαθύγνωμοιβαθύγνωμεςβαθύγνωμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →