Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βακέτα

/vaˈce.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δέρμα από ενήλικα βοοειδή που χρησιμοποιείται για την κατασκευή δερμάτινων ειδών Βικιλεξικό
    • Η Αντιγόνη είχε κάτι χοντροπάπουτσα από βακέτα, που αντί για σόλα είχανε ένα χοντρό μαύρο λάστιχο από παλιά ρόδα φορτηγού αυτοκινήτου. Τώρα σχεδόν όλα τα κορίτσια τέτοια φορούσανε, με χοντρές κάλτσες, σκούρες καφετιές.
    • Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η ορολογία: Πετσί, καπροπέτσι, χοιρόπετσο, βιδέλο, βακέτα, μουζάκι, αιγόπετσο, προβιά, προβίδι, φόρθια, φτερνίτες, σουβλιά και σουβλόριζες, σουβλόξυλα και σουβλομάνικα, τανάλιες, κατσαμπρόκοι, καμάρα του πόδα, μήλα, γαμπάτσα (Νίκος Ψιλάκης, Σ'ένα κρητικό στιβανάδικο, 11/122017 https://alestake64.rssing.com/chan-53082754/all_p953.html)
    • Μόσχεια, μαροκινά, σαγρέδες, τελατίνια και βακέται χρωματισταί και άλλων ζώων δέρματα εν γένει, Veaux, maroquins, chagrins, vachettes coloreés ou vernies, et peaux de tous autres animaux (Γραφείον Στατιστικής, Εμπόριον της Ελλάδος μετά των ξένων επικρατειών κατά το έτος 1889 (1890), εν Αθήναις, εκ του Εθνικού τυπογραφείου, σελ. 40 https://www.google.gr/books/edition/Emporion_t%C4%93s_Hellados_meta_t%C5%8Dn_xen%C5%8Dn/Jdxh6bYS2VkC?hl=en&gbpv=1)
  2. αργκόγριά γυναίκα που φτιασιδώνεται έντονα για να φαίνεται νεότερη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βακέτα < (άμεσο δάνειο) βενετική vacheta (ιταλική vacchetta), υποκοριστικό του vacca (αγελάδα) + -etta (-έτα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβακέταβακέτες
Γενικήβακέταςβακετών
Αιτιατικήβακέταβακέτες
Κλητικήβακέταβακέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →