Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βακούφικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει σε βακούφι ή αναφέρεται σ' αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βακούφικος < βακούφ(ι) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβακούφικοςβακούφικηβακούφικο
Γενικήβακούφικουβακούφικηςβακούφικου
Αιτιατικήβακούφικοβακούφικηβακούφικο
Κλητικήβακούφικεβακούφικηβακούφικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβακούφικοιβακούφικεςβακούφικα
Γενικήβακούφικωνβακούφικωνβακούφικων
Αιτιατικήβακούφικουςβακούφικεςβακούφικα
Κλητικήβακούφικοιβακούφικεςβακούφικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βακουφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει σε βακούφι ή αναφέρεται σ' αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βακουφικός < βακούφ(ι) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβακουφικόςβακουφικήβακουφικό
Γενικήβακουφικούβακουφικήςβακουφικού
Αιτιατικήβακουφικόβακουφικήβακουφικό
Κλητικήβακουφικέβακουφικήβακουφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβακουφικοίβακουφικέςβακουφικά
Γενικήβακουφικώνβακουφικώνβακουφικών
Αιτιατικήβακουφικούςβακουφικέςβακουφικά
Κλητικήβακουφικοίβακουφικέςβακουφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →