βακχίζω
•
- παραπίνω, μεθάω απ' το πολύ ποτό Βικιλεξικό
- παραφέρομαι λόγω μέθης Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαλοπερνώ σε γλέντι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Βάκχος + -ίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Βάκχος + -ίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →