βακχεύω
•
- μετέχω σε βακχικές τελετές Βικιλεξικό
- είμαι έμπλεος από βακχικό ενθουσιασμό και έκσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βακχεύω < αρχαία ελληνική βακχεύω < Βάκχος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βακχεύω | βακχεύεις | βακχεύει | βακχεύουμε | βακχεύετε | βακχεύουν / βακχεύουνε |
| Παρατατικός | βάκχευα | βάκχευες | βάκχευε | βακχεύαμε | βακχεύατε | βάκχευαν / βακχεύαν / βακχεύανε |
| Αόριστος | βάκχευσα | βάκχευσες | βάκχευσε | βακχεύσαμε | βακχεύσατε | βάκχευσαν / βακχεύσαν / βακχεύσανε |
| Μέλλοντας | θα βακχεύσω / θα βακχεύω | θα βακχεύεις / θα βακχεύσεις | θα βακχεύει / θα βακχεύσει | θα βακχεύουμε / θα βακχεύσουμε | θα βακχεύετε / θα βακχεύσετε | θα βακχεύουν / θα βακχεύουνε / θα βακχεύσουν / θα βακχεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βακχεύσει | έχεις βακχεύσει | έχει βακχεύσει | έχουμε βακχεύσει | έχετε βακχεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βακχεύσει | είχες βακχεύσει | είχε βακχεύσει | είχαμε βακχεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βακχεύσει / να βακχεύσω / να βακχεύω | να έχεις βακχεύσει / να βακχεύεις / να βακχεύσεις | να έχει βακχεύσει / να βακχεύει / να βακχεύσει | να έχουμε βακχεύσει / να βακχεύουμε / να βακχεύσουμε | να έχετε βακχεύσει / να βακχεύετε / να βακχεύσετε | να βακχεύουν / να βακχεύουνε / να βακχεύσουν / να βακχεύσουνε |
| Προστακτική | — | βάκχευε / βάκχευσε | — | — | βακχεύετε / βακχεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →