Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαλάντιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το πορτοφόλι, το πουγκί Βικιλεξικό
  2. η οικονομική δυνατότητα κάποιου, η αγοραστική ικανότητα Βικιλεξικό
    • δεν μπορούμε ν’ αγοράσουμε αυτό το σπίτι, δεν είναι για το βαλάντιό μας

Ετυμολογία

βαλάντιο < αρχαία ελληνική βαλάντιον ή βαλλάντιον με απλοποίηση των <λλ> < άγνωστης ετυμολογίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαλάντιοβαλάντια
Γενικήβαλάντιου / βαλαντίουβαλάντιων / βαλαντίων
Αιτιατικήβαλάντιοβαλάντια
Κλητικήβαλάντιοβαλάντια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →