βαλάντιο
•
- το πορτοφόλι, το πουγκί Βικιλεξικό
- η οικονομική δυνατότητα κάποιου, η αγοραστική ικανότητα Βικιλεξικό
- δεν μπορούμε ν’ αγοράσουμε αυτό το σπίτι, δεν είναι για το βαλάντιό μας
Ετυμολογία
βαλάντιο < αρχαία ελληνική βαλάντιον ή βαλλάντιον με απλοποίηση των <λλ> < άγνωστης ετυμολογίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλάντιο | βαλάντια |
| Γενική | βαλάντιου / βαλαντίου | βαλάντιων / βαλαντίων |
| Αιτιατική | βαλάντιο | βαλάντια |
| Κλητική | βαλάντιο | βαλάντια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →