βαλάντωμα
•
- το αποτέλεσμα τού βαλαντώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλάντωμα < βαλαντώνω + -μα < μεσαιωνική ελληνική βαλαντώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλάντωμα | βαλαντώματα |
| Γενική | βαλαντώματος | βαλαντωμάτων |
| Αιτιατική | βαλάντωμα | βαλαντώματα |
| Κλητική | βαλάντωμα | βαλαντώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →