Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαλέντσια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόποικιλία πορτοκαλιάς γνωστή για τους καρπούς της που ξεχωρίζουν για τη γλυκιά γεύση και τον άφθονο χυμό Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητα ίδια τα πορτοκάλια της ποικιλίας αυτής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαλέντσια < αγγλική valencia (orange) < ισπανική Valencia < λατινική Valentia < valentia < valens < valeo

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαλέντσιαβαλέντσιες
Γενικήβαλέντσιαςβαλεντσιών
Αιτιατικήβαλέντσιαβαλέντσιες
Κλητικήβαλέντσιαβαλέντσιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →