βαλέντσια
•
- φυτόποικιλία πορτοκαλιάς γνωστή για τους καρπούς της που ξεχωρίζουν για τη γλυκιά γεύση και τον άφθονο χυμό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητα ίδια τα πορτοκάλια της ποικιλίας αυτής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλέντσια < αγγλική valencia (orange) < ισπανική Valencia < λατινική Valentia < valentia < valens < valeo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλέντσια | βαλέντσιες |
| Γενική | βαλέντσιας | βαλεντσιών |
| Αιτιατική | βαλέντσια | βαλέντσιες |
| Κλητική | βαλέντσια | βαλέντσιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →