βαλής
•
- παρωχημένοο διοικητής βιλαετιού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλής < (άμεσο δάνειο) τουρκική vali < αραβική والي (wālī)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλής | βαλήδες |
| Γενική | βαλή | βαλήδων |
| Αιτιατική | βαλή | βαλήδες |
| Κλητική | βαλή | βαλήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →