βαλβολίνη
•
- χημείαείδος ορυκτελαίου που χρησιμεύει ως λιπαντικό μηχανών, κιβωτίου ταχυτήτων, διαφορικών κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλβολίνη < ιταλική valvolina < αγγλική Valvoline < valve + -ine
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλβολίνη | βαλβολίνες |
| Γενική | βαλβολίνης | βαλβολινών |
| Αιτιατική | βαλβολίνη | βαλβολίνες |
| Κλητική | βαλβολίνη | βαλβολίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →