βαλεριάνα
•
- φυτόδικοτυλήδονο φυτό (Valeriana officinalis) που τα τα μέρη του χρησιμοποιούνται για φαρμακευτικούς αλλά και για καλλωπιστικούς λόγους Βικιλεξικό
- φαρμακευτικήηρεμιστικό φάρμακο που παράγεται αποξηραίνοντας τη ρίζα του παραπάνω φυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλεριάνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική valeriana < μεσαιωνική λατινική valeriana < λατινική Valerianus < Valerius < valeo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλεριάνα | βαλεριάνες |
| Γενική | βαλεριάνας | — |
| Αιτιατική | βαλεριάνα | βαλεριάνες |
| Κλητική | βαλεριάνα | βαλεριάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →