βαλιτσούλα
•
- υποκοριστικό του: βαλίτσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλιτσούλα < βαλίτσα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλιτσούλα | βαλιτσούλες |
| Γενική | βαλιτσούλας | — |
| Αιτιατική | βαλιτσούλα | βαλιτσούλες |
| Κλητική | βαλιτσούλα | βαλιτσούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →