βαλλίστρα
•
- οπλισμόςπολεμικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που χρησιμοποιούσε μηχανισμό παρόμοιο με του τόξου για να εκτοξεύει βλήματα διαφόρων ειδών, πέτρες ή βέλη Βικιλεξικό
- οπλισμόςφορητό όπλο, είδος τόξου με στέλεχος για στήριξη και σκόπευση και μηχανισμό σκανδάλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλλίστρα < (αντιδάνειο) (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βαλλίστρα < υστερολατινική ballistra < ελληνιστική κοινή βαλλίστρα < αρχαία ελληνική βάλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλλίστρα | βαλλίστρες |
| Γενική | βαλλίστρας | βαλλιστρών |
| Αιτιατική | βαλλίστρα | βαλλίστρες |
| Κλητική | βαλλίστρα | βαλλίστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →