βαλμένος
•
- που τον έχουν βάλει σε ένα σημείο, τοποθετημένος Βικιλεξικό
- που τον έχουν βάλει να κάνει κάτι, τον έχουν υποκινήσει, βαλτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βάζω
Άλλοι τύποι
βαλμέναβαλμένεβαλμένεςβαλμένηβαλμένηςβαλμένοβαλμένοιβαλμένοςβαλμένουβαλμένουςβαλμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →