Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαλμαδιό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δημοτικήβουστάσιο Βικιλεξικό
    • Η Κυρά Ρήνη, η μήτηρ της, εφαίνετο αδιάφορος εις του Γιάννου την απουσίαν και της Μάρως τα δάκρυα. Όταν την ηρώτα εσήκωνε τους ώμους ψυχρώς, ως να επρόκειτο περί της κούκλας της και διά ν' απαλλαγή αυτής έλεγε πότε ότι ο Γιάννος επήγεν εις το σχολείον, πότε εις το βαλμαδιό να ίδη πως ήμελγον τας δαμάλεις και πότε εις το περιβόλι της βασιλοπούλας να κόψη χρυσόμηλα.

Ετυμολογία

βαλμαδιό < βαλμάς + -ιό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαλμαδιόβαλμαδιά
Γενικήβαλμαδιούβαλμαδιών
Αιτιατικήβαλμαδιόβαλμαδιά
Κλητικήβαλμαδιόβαλμαδιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →