Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαλμαριό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δημοτικήαγέλη αλόγων που προορίζεται ιδίως για εργασία στο αλώνισμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαλμαριό < βαλμάς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαλμαριόβαλμαριά
Γενικήβαλμαριούβαλμαριών
Αιτιατικήβαλμαριόβαλμαριά
Κλητικήβαλμαριόβαλμαριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →