βαλμαριό
•
- δημοτικήαγέλη αλόγων που προορίζεται ιδίως για εργασία στο αλώνισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλμαριό < βαλμάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλμαριό | βαλμαριά |
| Γενική | βαλμαριού | βαλμαριών |
| Αιτιατική | βαλμαριό | βαλμαριά |
| Κλητική | βαλμαριό | βαλμαριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →