βαλονικά
•
- γλώσσαη βαλονική διάλεκτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλονικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου βαλονικός στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλονικά | βαλονικά |
| Γενική | — | βαλονικών |
| Αιτιατική | — | βαλονικά |
| Κλητική | — | βαλονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →