βαλς
•
- μουσικήείδος μουσικής σε ρυθμό 3/4 ή 3/8 Βικιλεξικό
- χορόςείδος χορού που χορεύεται υπό το άκουσμα της παραπάνω μουσικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλς < (άμεσο δάνειο) γαλλική valse < γερμανική Walzer < walzen < μέση άνω γερμανική walzan (γυρίζω) < πρωτογερμανική *walt- (γυρίζω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wel- (γυρίζω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →