βαλτωμένος
•
- για τόπογεμάτος βάλτους, ελώδης Βικιλεξικό
- για κατάστασηαδιέξοδος, στάσιμος, (οικείο) μπλοκαρισμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλτωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου βαλτώνω
Άλλοι τύποι
βαλτωμέναβαλτωμένεβαλτωμένεςβαλτωμένηβαλτωμένηςβαλτωμένοβαλτωμένοιβαλτωμένοςβαλτωμένουβαλτωμένουςβαλτωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →