βαλτότοπος
•
- τόπος με λιμνάζοντα νερά, έλη, βάλτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλτότοπος < βάλτ(ος) + -ό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλτότοπος | βαλτότοποι |
| Γενική | βαλτότοπου | βαλτότοπων |
| Αιτιατική | βαλτότοπο | βαλτότοπους |
| Κλητική | βαλτότοπε | βαλτότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →