Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαλτώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για περιοχήπου καλύπτεται από βάλτους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαλτώδης < μεσαιωνική ελληνική βαλτώδης < βάλτος < πρωτοσλαβική *bolto

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαλτώδηςβαλτώδηςβαλτώδες
Γενικήβαλτώδουςβαλτώδουςβαλτώδους
Αιτιατικήβαλτώδηβαλτώδηβαλτώδες
Κλητικήβαλτώδη / βαλτώδηςβαλτώδηςβαλτώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαλτώδειςβαλτώδειςβαλτώδη
Γενικήβαλτωδώνβαλτωδώνβαλτωδών
Αιτιατικήβαλτώδειςβαλτώδειςβαλτώδη
Κλητικήβαλτώδειςβαλτώδειςβαλτώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →