βαλτώνω
•
- μετατρέπομαι σε βάλτο Βικιλεξικό
- περιέρχομαι σε κατάσταση στασιμότητας Βικιλεξικό
- βάλτωσαν οι αλλαγές στο φορολογικό λόγω πολιτικής ατολμίας
Ετυμολογία
βαλτώνω < βάλτος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαλτώνω | βαλτώνεις | βαλτώνει | βαλτώνουμε | βαλτώνετε | βαλτώνουν / βαλτώνουνε |
| Παρατατικός | βάλτωνα | βάλτωνες | βάλτωνε | βαλτώναμε | βαλτώνατε | βάλτωναν / βαλτώναν / βαλτώνανε |
| Αόριστος | βάλτωσα | βάλτωσες | βάλτωσε | βαλτώσαμε | βαλτώσατε | βάλτωσαν / βαλτώσαν / βαλτώσανε |
| Μέλλοντας | θα βαλτώνω / θα βαλτώσω | θα βαλτώνεις / θα βαλτώσεις | θα βαλτώνει / θα βαλτώσει | θα βαλτώνουμε / θα βαλτώσουμε | θα βαλτώνετε / θα βαλτώσετε | θα βαλτώνουν / θα βαλτώνουνε / θα βαλτώσουν / θα βαλτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαλτώσει | έχεις βαλτώσει | έχει βαλτώσει | έχουμε βαλτώσει | έχετε βαλτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαλτώσει | είχες βαλτώσει | είχε βαλτώσει | είχαμε βαλτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαλτώσει / να βαλτώνω / να βαλτώσω | να έχεις βαλτώσει / να βαλτώνεις / να βαλτώσεις | να έχει βαλτώσει / να βαλτώνει / να βαλτώσει | να έχουμε βαλτώσει / να βαλτώνουμε / να βαλτώσουμε | να έχετε βαλτώσει / να βαλτώνετε / να βαλτώσετε | να βαλτώνουν / να βαλτώνουνε / να βαλτώσουν / να βαλτώσουνε |
| Προστακτική | — | βάλτωνε / βάλτωσε | — | — | βαλτώνετε / βαλτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →