βαμβακοφόρος
•
- λόγιοπου φέρει (στην άκρη του) βαμβάκι Βικιλεξικό
- βαμβακοφόρος στειλεός, η μπατονέτα
- παρωχημένοόπου καλλιεργείται βαμβάκι Βικιλεξικό
- Αἱ βαβμβακοφόροι γαῖαι εἰς τοιαύτην τοῦ χρόνου ἐποχήν εἶναι κατάλευκοι,
Ετυμολογία
βαμβακοφόρος < βαμβακο- + -φόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαμβακοφόρος | βαμβακοφόρα / βαμβακοφόρος | βαμβακοφόρο |
| Γενική | βαμβακοφόρου | βαμβακοφόρας / βαμβακοφόρου | βαμβακοφόρου |
| Αιτιατική | βαμβακοφόρο | βαμβακοφόρα / βαμβακοφόρο | βαμβακοφόρο |
| Κλητική | βαμβακοφόρε | βαμβακοφόρα / βαμβακοφόρε | βαμβακοφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαμβακοφόροι | βαμβακοφόρες / βαμβακοφόροι | βαμβακοφόρα |
| Γενική | βαμβακοφόρων | βαμβακοφόρων | βαμβακοφόρων |
| Αιτιατική | βαμβακοφόρους | βαμβακοφόρες / βαμβακοφόρους | βαμβακοφόρα |
| Κλητική | βαμβακοφόροι | βαμβακοφόρες / βαμβακοφόροι | βαμβακοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →