Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαμβακόμελο

/vam.vaˈko.me.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το μέλι που παράγεται (συλλέγουν οι μέλισσες) από άνθη βαμβακιάς Βικιλεξικό
    • Το βαμβακόμελο είναι μία από τις αμιγείς κατηγορίες μελιού που παράγει η Ελλάδα σε μεγάλες ποσότητες. https://web.archive.org/web/20220122235409/https://polynoe.lib.uniwa.gr/xmlui/bitstream/handle/11400/947/%CE%91%CE%9D%CE%99%CE%A7%CE%9D%CE%95%CE%A5%CE%A3%CE%97%20%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%99%CE%92%CE%99%CE%9F%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D%20%CE%A3%CE%A4%CE%9F%20%CE%9C%CE%95%CE%9B%CE%99%20%CE%9C%CE%95%20%CE%A4%CE%97%CE%9D%20%CE%9C%CE%95%CE%98%CE%9F%CE%94%CE%9F%20ELISA-is.pdf?sequence=1&isAllowed=y πτυχιακή εργασία, 2021, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, σελ.20.

Ετυμολογία

βαμβακόμελο < βαμβακό- + μέλ(ι) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαμβακόμελοβαμβακόμελα
Γενικήβαμβακόμελουβαμβακόμελων
Αιτιατικήβαμβακόμελοβαμβακόμελα
Κλητικήβαμβακόμελοβαμβακόμελα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →