Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαμβακώνας

/vaɱ.vaˈko.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοβαμβακοφυτεία Βικιλεξικό
    • Οι συγκυριακά αυξημένες τιμές φέτος στα σιτηρά, σε συνδυασμό με την επερχόμενη νέα ΚΑΠ, οδηγούν σε στροφή τα προσεχή χρόνια στον κάμπο, ώστε από «βαμβακώνας» να καταστεί και πάλι σιτοβολώνας! (* εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

βαμβακώνας < βαμβάκ(ι) + -ώνας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαμβακώναςβαμβακώνες
Γενικήβαμβακώναβαμβακώνων
Αιτιατικήβαμβακώναβαμβακώνες
Κλητικήβαμβακώναβαμβακώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →