βαμμένος
•
- που έχει βαφτεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάο φανατικός οπαδός μιας αθλητικής ομάδας, ενός πολιτικού κόμματος κλπ Βικιλεξικό
- είναι βαμμένος Ολυμπιακός από τα γεννοφάσκια του
Ετυμολογία
βαμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου βάφω
Άλλοι τύποι
βαμμέναβαμμένεβαμμένεςβαμμένηβαμμένηςβαμμένοβαμμένοιβαμμένοςβαμμένουβαμμένουςβαμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →