Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαμμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει βαφτεί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο φανατικός οπαδός μιας αθλητικής ομάδας, ενός πολιτικού κόμματος κλπ Βικιλεξικό
    • είναι βαμμένος Ολυμπιακός από τα γεννοφάσκια του

Ετυμολογία

βαμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου βάφω

Άλλοι τύποι

βαμμέναβαμμένεβαμμένεςβαμμένηβαμμένηςβαμμένοβαμμένοιβαμμένοςβαμμένουβαμμένουςβαμμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →