Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαμπακάς

/va.baˈkas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δημοτικήσυνώνυμο του βαμβακέμπορος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαμπακάς < βαμπακ- + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαμπακάςβαμπακάδες
Γενικήβαμπακάβαμπακάδων
Αιτιατικήβαμπακάβαμπακάδες
Κλητικήβαμπακάβαμπακάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →