βαν
•
- όχημα κλειστού τύπου και μεσαίου μεγέθους, που χρησιμοποιείται κυρίως για μεταφορά εμπορευμάτων, εξοπλισμού ή μικρού αριθμού επιβατών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαν < αγγλική van < caravan < μέση γαλλική caravane < παλαιά γαλλική carvane < περσική کاروان (kârvân) < μέση περσική kʾlwʾn' (kārawān) < αρχαία περσική 𐎣𐎠𐎼 (άνθρωποι, υποκείμενα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →