βανάνα
•
- φρούτοη μπανάνα Βικιλεξικό
- Αἱ πλέον ἐξαίρετοι ὀπῶραι, ὡς τὸ πιτυόμηλον, ἡ βανάνα, τὸ φοινίκιον, πορτογάλλιον, λεμόνιον, κίτρον, καὶ κακάον, εὑρίσκονται μόνον εἰς τὰς ἰσημερινὰς ἢ τροπικὰς χώρας.
- (ως αρσενικό) Τινὲς δ’ αὑτῶν ἔχουσιν ὄλας τὰς ἰδιότητας τῶν ἡδυτέρων ὀπόρων ἠμῶν, τῶν ἀπίων, τῆς σταφυλῆς, τοῦ ῥοδακίνου, τοῦ βανάνα, καὶ τῶν ἄλλων, – ἔχουσι δηλαδὴ τὴν ὀσμήν των καὶ τὴν γεῦσίν των.
- Βανάνα (ποικ. γν.)—Οὔτω καλοῦσιν οἱ κάτοικοι τῆς Γουϊνέας τὸν καρπὸν τῆς Βανανέας (βλ. λ.) ἡ δὲ ὀνομασία αὕτη ἐγενικεύθη καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις λαοῖς. Ἡ βανάνα εἶναι σφαίριον ἐπίμηκες, 8–10 ὑφεκατ. μήκους.
Ετυμολογία
βανάνα < (οπτικό δάνειο) ιταλική banana
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →