Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βανδαλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά τους Βανδάλους Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάγριος, βάρβαρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βανδαλικός < Βάνδαλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβανδαλικόςβανδαλικήβανδαλικό
Γενικήβανδαλικούβανδαλικήςβανδαλικού
Αιτιατικήβανδαλικόβανδαλικήβανδαλικό
Κλητικήβανδαλικέβανδαλικήβανδαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβανδαλικοίβανδαλικέςβανδαλικά
Γενικήβανδαλικώνβανδαλικώνβανδαλικών
Αιτιατικήβανδαλικούςβανδαλικέςβανδαλικά
Κλητικήβανδαλικοίβανδαλικέςβανδαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →