βανοστάσιο
•
- νεολογισμόςκατασκευή ή σύστημα με βάνες για τη ρύθμιση της ροής φυσικού αερίου (ή άλλων αερίων ή υγρών) Βικιλεξικό
- ο διαχειριστής μεταφοράς φυσικού αερίου της χώρας (Δ.Ε.Σ.Φ.Α.) λειτουργεί σταθμούς βανοστασίου στην Καβάλα και στα Φάρσαλα μεταξύ άλλων
Ετυμολογία
βανοστάσιο < βάνα + -ο- + -στάσιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βανοστάσιο | βανοστάσια |
| Γενική | βανοστάσιου / βανοστασίου | βανοστάσιων / βανοστασίων |
| Αιτιατική | βανοστάσιο | βανοστάσια |
| Κλητική | βανοστάσιο | βανοστάσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →