Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαπορίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το βαπόρι Βικιλεξικό
    • βαπορίσιος καφές: καφές (ρόφημα) κακής ποιότητας

Ετυμολογία

βαπορίσιος < βαπόρι + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαπορίσιοςβαπορίσια / βαπορίσιιαβαπορίσιιο / βαπορίσιο
Γενικήβαπορίσιουβαπορίσιαςβαπορίσιου
Αιτιατικήβαπορίσιοβαπορίσιαβαπορίσιο
Κλητικήβαπορίσιεβαπορίσιαβαπορίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαπορίσιοιβαπορίσιεςβαπορίσια
Γενικήβαπορίσιωνβαπορίσιωνβαπορίσιων
Αιτιατικήβαπορίσιουςβαπορίσιεςβαπορίσια
Κλητικήβαπορίσιοιβαπορίσιεςβαπορίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →