βαπτιστήριο
•
- θρησκείαανεξάρτητο ή παρακείμενο κτίσμα ναού, διαμορφωμένο για την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος, συχνά με κεντρική κολυμβήθρα και πλούσιο διάκοσμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαπτιστήριο < ελληνιστική κοινή βαπτιστήριον < αρχαία ελληνική βαπτίζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική baptistère ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική baptistry)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαπτιστήριο | βαπτιστήρια |
| Γενική | βαπτιστήριου / βαπτιστηρίου | βαπτιστήριων / βαπτιστηρίων |
| Αιτιατική | βαπτιστήριο | βαπτιστήρια |
| Κλητική | βαπτιστήριο | βαπτιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →