βαράκι
•
- αντικείμενο με λαβή και βαρη στις δύο του άκρες, για τη γύμναση των χεριών Βικιλεξικό
- φύλλο χρυσού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαράκι < υποκοριστικό του βάρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαράκι | βαράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | βαράκι | βαράκια |
| Κλητική | βαράκι | βαράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →