Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαράω

/vaˈɾa.o/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποχτυπάω Βικιλεξικό
    • Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
    • Μην το βαράς το παιδί!
  2. λαϊκότροποχτυπάω Βικιλεξικό
    • Γιατί βαράει ο συναγερμός;
  3. λαϊκότροποχτυπάω Βικιλεξικό
    • το κανόνι βάρεσε
  4. λαϊκότροποχτυπάω Βικιλεξικό
    • Λαθόταν στην άκρη του δρόμου και βάραγε πέτρες προσπαθώντας να πετύχει ένα ντενεκεδάκι.

Ετυμολογία

βαράω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βαρ(ῶ) (ή μεσαιωνική ελληνική), συνηρημένος τύπος για την αρχαία ελληνική βαρέω + νεοελληνική κατάληξη -άω κατά τη σημασία βαριά

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβαράω / βαρώβαράςβαρά / βαράειβαράμε / βαρούμεβαράτεβαράν / βαράνε / βαρούν / βαρούνε
Παρατατικόςβάραγα / βαρούσαβάραγες / βαρούσεςβάραγε / βαρούσεβαράγαμε / βαρούσαμεβαράγατε / βαρούσατεβάραγαν / βαράγανε / βαρούσαν / βαρούσανε
Αόριστοςβάρεσαβάρεσεςβάρεσεβαρέσαμεβαρέσατεβάρεσαν / βαρέσαν
Μέλλονταςθα βαράω / θα βαρέσω / θα βαρώθα βαράς / θα βαρέσειςθα βαρά / θα βαράει / θα βαρέσειθα βαράμε / θα βαρέσουμε / θα βαρούμεθα βαράτε / θα βαρέσετεθα βαράν / θα βαράνε / θα βαρούν / θα βαρούνε
Υποτακτικήνα βαράω / να βαρέσω / να βαρώνα βαράς / να βαρέσειςνα βαρά / να βαράει / να βαρέσεινα βαράμε / να βαρέσουμε / να βαρούμενα βαράτε / να βαρέσετενα βαράν / να βαράνε / να βαρούν / να βαρούνε
Προστακτική—βάρα / βάραγε / βάρεσε——βαράτε / βαρέστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →