βαράω
•
- λαϊκότροποχτυπάω Βικιλεξικό
- Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
- Μην το βαράς το παιδί!
- λαϊκότροποχτυπάω Βικιλεξικό
- Γιατί βαράει ο συναγερμός;
- λαϊκότροποχτυπάω Βικιλεξικό
- το κανόνι βάρεσε
- λαϊκότροποχτυπάω Βικιλεξικό
- Λαθόταν στην άκρη του δρόμου και βάραγε πέτρες προσπαθώντας να πετύχει ένα ντενεκεδάκι.
Ετυμολογία
βαράω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βαρ(ῶ) (ή μεσαιωνική ελληνική), συνηρημένος τύπος για την αρχαία ελληνική βαρέω + νεοελληνική κατάληξη -άω κατά τη σημασία βαριά
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαράω / βαρώ | βαράς | βαρά / βαράει | βαράμε / βαρούμε | βαράτε | βαράν / βαράνε / βαρούν / βαρούνε |
| Παρατατικός | βάραγα / βαρούσα | βάραγες / βαρούσες | βάραγε / βαρούσε | βαράγαμε / βαρούσαμε | βαράγατε / βαρούσατε | βάραγαν / βαράγανε / βαρούσαν / βαρούσανε |
| Αόριστος | βάρεσα | βάρεσες | βάρεσε | βαρέσαμε | βαρέσατε | βάρεσαν / βαρέσαν |
| Μέλλοντας | θα βαράω / θα βαρέσω / θα βαρώ | θα βαράς / θα βαρέσεις | θα βαρά / θα βαράει / θα βαρέσει | θα βαράμε / θα βαρέσουμε / θα βαρούμε | θα βαράτε / θα βαρέσετε | θα βαράν / θα βαράνε / θα βαρούν / θα βαρούνε |
| Υποτακτική | να βαράω / να βαρέσω / να βαρώ | να βαράς / να βαρέσεις | να βαρά / να βαράει / να βαρέσει | να βαράμε / να βαρέσουμε / να βαρούμε | να βαράτε / να βαρέσετε | να βαράν / να βαράνε / να βαρούν / να βαρούνε |
| Προστακτική | — | βάρα / βάραγε / βάρεσε | — | — | βαράτε / βαρέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →