βαρέλα
•
- μεγάλο βαρέλι Βικιλεξικό
- μεταφορικάκοντόχοντρη γυναίκα Βικιλεξικό
- όχημα για τη μεταφορά σκυροδέματος που ταυτόχρονα το αναμιγνύει, η μπετονιέρα Βικιλεξικό
- Ο .... (θανών) είχε προσληφθεί στην επιχείρηση ........, το έτος 2000, με την ειδικότητα του οδηγού οχήματος μεταφοράς σκυροδέματος (βαρέλα)
Ετυμολογία
βαρέλα < βαρέλι + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρέλα | βαρέλες |
| Γενική | βαρέλας | βαρέλων |
| Αιτιατική | βαρέλα | βαρέλες |
| Κλητική | βαρέλα | βαρέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →