βαρβάκι
•
- πτηνότο κιρκινέζι, κοινή ονομασία για το είδος Κίρκος ο οξύπτερος ή για άλλο είδος γερακιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρβάκι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βάρβαξ, βαρβακ- + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβάκι | βαρβάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | βαρβάκι | βαρβάκια |
| Κλητική | βαρβάκι | βαρβάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →