βαρβαρίζω
•
- συμπεριφέρομαι σαν βάρβαρος ή μιλάω σαν βάρβαρος (σε «σπαστά» ελληνικά, ασυνάρτητα ή ακατανόητα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρβαρίζω < αρχαία ελληνική βαρβαρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαρβαρίζω | βαρβαρίζεις | βαρβαρίζει | βαρβαρίζουμε | βαρβαρίζετε | βαρβαρίζουν / βαρβαρίζουνε |
| Παρατατικός | βαρβάριζα | βαρβάριζες | βαρβάριζε | βαρβαρίζαμε | βαρβαρίζατε | βαρβάριζαν / βαρβαρίζαν / βαρβαρίζανε |
| Αόριστος | βαρβάρισα | βαρβάρισες | βαρβάρισε | βαρβαρίσαμε | βαρβαρίσατε | βαρβάρισαν / βαρβαρίσαν / βαρβαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα βαρβαρίζω / θα βαρβαρίσω | θα βαρβαρίζεις / θα βαρβαρίσεις | θα βαρβαρίζει / θα βαρβαρίσει | θα βαρβαρίζουμε / θα βαρβαρίσουμε | θα βαρβαρίζετε / θα βαρβαρίσετε | θα βαρβαρίζουν / θα βαρβαρίζουνε / θα βαρβαρίσουν / θα βαρβαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαρβαρίσει | έχεις βαρβαρίσει | έχει βαρβαρίσει | έχουμε βαρβαρίσει | έχετε βαρβαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαρβαρίσει | είχες βαρβαρίσει | είχε βαρβαρίσει | είχαμε βαρβαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαρβαρίσει / να βαρβαρίζω / να βαρβαρίσω | να έχεις βαρβαρίσει / να βαρβαρίζεις / να βαρβαρίσεις | να έχει βαρβαρίσει / να βαρβαρίζει / να βαρβαρίσει | να έχουμε βαρβαρίσει / να βαρβαρίζουμε / να βαρβαρίσουμε | να έχετε βαρβαρίσει / να βαρβαρίζετε / να βαρβαρίσετε | να βαρβαρίζουν / να βαρβαρίζουνε / να βαρβαρίσουν / να βαρβαρίσουνε |
| Προστακτική | — | βαρβάριζε / βαρβάρισε | — | — | βαρβαρίζετε / βαρβαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →