Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρβαρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τους βαρβάρους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαρβαρικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρβαρικόςβαρβαρικήβαρβαρικό
Γενικήβαρβαρικούβαρβαρικήςβαρβαρικού
Αιτιατικήβαρβαρικόβαρβαρικήβαρβαρικό
Κλητικήβαρβαρικέβαρβαρικήβαρβαρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρβαρικοίβαρβαρικέςβαρβαρικά
Γενικήβαρβαρικώνβαρβαρικώνβαρβαρικών
Αιτιατικήβαρβαρικούςβαρβαρικέςβαρβαρικά
Κλητικήβαρβαρικοίβαρβαρικέςβαρβαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →