βαρβαροσύνη
•
- η ιδιότητα του βάρβαρου, η αγένεια Βικιλεξικό
- Η πατριδοκαπηλία, η εθνοκαπηλία, η αρχαιόπληκτη βαρβαροσύνη που εξέπεμψαν τα δίποδα που πρωτοστατούσαν χτες σε πράξεις καταισχύνης εναντίον των μουσουλμάνων μεταναστών της Αττικής, δεν είναι παρά τα «ιδεολογικά» συνώνυμα του μισανθρωπισμού τους.
Ετυμολογία
βαρβαροσύνη < μεσαιωνική ελληνική βαρβαροσύνη < βάρβαρ(ος) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβαροσύνη | βαρβαροσύνες |
| Γενική | βαρβαροσύνης | βαρβαροσυνών |
| Αιτιατική | βαρβαροσύνη | βαρβαροσύνες |
| Κλητική | βαρβαροσύνη | βαρβαροσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →