βαρβαρόηχος
•
- που έχει βάρβαρο, άγριο ήχο Βικιλεξικό
- Το αν η «γιάφκα» είναι «κακόηχος και βαρβαρόηχος» …, δεν προκύπτει από κανέναν γλωσσολογικό νόμο αλλά συναρτάται με την ακουστική ευαισθησία του καθενός, καθώς και από τις εν γένει προκαταλήψεις του, των ιδεολογικών και πολιτικών συμπεριλαμβανομένων. (Παντελής Μπουκάλας, Υποθέσεις, εφημερίδα Καθημερινή, 4 Αυγούστου 2002)
Ετυμολογία
βαρβαρόηχος < βάρβαρ(ος) + -ό- + -ηχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβαρόηχος | βαρβαρόηχη | βαρβαρόηχο |
| Γενική | βαρβαρόηχου | βαρβαρόηχης | βαρβαρόηχου |
| Αιτιατική | βαρβαρόηχο | βαρβαρόηχη | βαρβαρόηχο |
| Κλητική | βαρβαρόηχε | βαρβαρόηχη | βαρβαρόηχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβαρόηχοι | βαρβαρόηχες | βαρβαρόηχα |
| Γενική | βαρβαρόηχων | βαρβαρόηχων | βαρβαρόηχων |
| Αιτιατική | βαρβαρόηχους | βαρβαρόηχες | βαρβαρόηχα |
| Κλητική | βαρβαρόηχοι | βαρβαρόηχες | βαρβαρόηχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →